Quantcast
user_mobilelogo

 


Σοφία Χατζηδημητρίου

Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια

B.Sc., Pg. Cert., Pg. Dip., M.Clin.Sc.

Μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας (EFPP www.efpp.org)

Website:http://www.talkingcure.gr

Διεύθυνση Ιατρείου
Ερμιόνης και Κουβέλη 3
Κηφισιά, 145 64
Αθήνα
Τηλ: 210 72 94 032

Η οικονομική κρίση δείχνει ν’απλώνει τα πλοκάμια της παντού. Έξω μας, μέσα μας,   μπροστά μας, γύρω μας... ‘Η μήπως η εσωτερική μας κρίση άπλωσε τα πλοκάμια της παντού και μεταλλάχθηκε, μεταξύ άλλων κρίσεων, και σε οικονομική; Και λέγοντας «η εσωτερική μας κρίση», αναφέρομαι στην εσωτερική μας σύγχιση, στην απώλεια του νοήματος από τη ζωή μας, στην πλεονεξία μας, στον εγωκεντρισμό μας, σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις της κατασπαρακτικής ναρκισιστικής και ιδιοτελούς μας στάσης απέναντι σ’αυτό το δώρο της ζωής που σπανίως σεβόμαστε, ίσως ούτε καν αντιλαμβανόμαστε ως δώρο, αλλά περισσότερο ως ιδία κατάκτηση που μπορούμε να ελέγχουμε...

Θα πούν κάποιοι πως φτάσαμε εκεί που φτάσαμε λόγω αυτών που μας έχουν κυβερνήσει για δεκαετίες, ότι οι υψηλά ιστάμενοι διμηούργησαν το ανελέητο έλλειμα, ότι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία και τα διεθνώς κινούμενα νήμματα πίσω από τα φαινόμενα είναι ουσιαστικά αυτά που ορίζουν τη μοίρα μας. Δεν θα διαφωνήσω. Αναρωτιέμαι όμως, εμείς πού είμαστε όταν όλα αυτά συμβαίνουν; Εμείς γιατί αφεθήκαμε να φοροδιαφεύγουμε, να δίνουμε φακελάκια, να διορίζουμε τα παιδιά μας ως «εξασφάλιση» του μέλλοντός τους, ουσιαστικά ευνουχίζοντας τη δημιουργικότητα, να παρακάμπτουμε διαφόρων ειδών «ουρές» για να εξυπηρετούμαστε ευκολότερα ή καλύτερα από τον διπλανό μας; Γιατί να πετάμε τα σκουπίδια μας στο δρόμο και να παρκάρουμε στις έστω κακοφτιαγμένες ράμπες γι’αναπήρους; Γιατί να εξιδανικεύουμε είδωλα κοσμικής εξουσίας αντί να έχουμε μια πιο κριτική στάση ακόμα και απέναντι σε αυτούς που μας εκφράζουν περισσότερο πολιτικά;

Αυτά οδήγησαν στην οικονομική κρίση; Ναι, και αυτά οδήγησαν εκεί. Και για όλους εσάς που υπήρξατε περισσότερο νομοταγείς και ευσυνείδητοι συγκριτικά κι έτσι αισθάνεστε αδικημένοι από τα γραφόμενά μου, θα τολμήσω να ρωτήσω αν το έγκλημα του εγωισμού έχει κλίμακα, ειδικά όταν η διδαχή του μέσω παραδείγματος εξαπλώνεται με ταχύτερους ρυθμούς από την χολέρα. Στην τωρινή οικονομική κρίση οδήγησαν όλα αυτά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που οδηγούν σε διάφορες κρίσεις την ανθρωπότητα ανά τους αιώνες. Εξάλλου, ο κόσμος αυτός κυβερνάται απ’το Μαμωνά (money) και τα ανθρώπινα πάθη, τον ανεξέλεγκτο εγωισμό, τη μεγαλομανία, την ασπλαχνία, την οργή, τη σχάση – «εγώ και οι άλλοι» – την πλεονεξία και την άρνηση του θανάτου. Με άλλα λόγια, θέλουμε να γίνουμε κοσμικοί «θεοί» και βέβαια αυτήν την θέση μπορούν να την «χτυπήσουν» εκ των πραγμάτων λίγοι, λόγω ιδιοσυγκρασίας, περιβάλλοντος, συνθηκών και συγκυριών, αν και την λιμπίζονται τελικά πολλοί. Εξ’ου και η όξυνση της κοινωνικο-οικονομικής ψαλίδας. Εννοείται βέβαια πως μακάριοι είναι οι ταπεινοί, όλοι όσοι πορεύονται με αγάπη, αυτοί οι δυσεύρετοι, που σαν τις αγνές ιδέες του Πλάτωνα υπάρχουν για να μας θυμίζουν την εν δυνάμει φύση μας που δυστυχώς καταπατούμε...

Η οικονομική κρίση δεν είναι παρά ένας ενδοψυχικός καθρέπτης των χειρότερων χαρακτηριστικών μας, αυτών που διασφαλίζουν μια παροδική επιβίωση έναντι των συνανθρώπων μας σε έναν κόσμο που αντιλαμβανόμαστε ως αρένα ανταγωνισμού και πάλης εξουσίας. Η οικονομική κρίση δεν είναι παρά το σύμπτωμα των παθών της ανθρωπότητας, αλλά ελάχιστοι εξ ημών δακρύζουν σιωπηλά στην εικόνα του ‘λίγου’, του ‘περιορισμένου’, του ‘άστοχου’ και ‘πλανημένου’ της ανθρώπινης φύσης. Δεν πονάμε για την συμμετοχή μας στις δυσκολίες που μας κατατρέχουν, αλλά ψάχνουμε μανιωδώς τους έχοντες ευθύνη κάπου μακριά, έξω από εμάς. Και βέβαια «βολεύει» ψυχικά το ότι κάποιων οι καταχρήσεις εξουσίας είναι σαφέστατα πιο κραυγαλέες, προβάλλονται προς βρόση και εκτόνωση στις οθόνες μας καθημερινά... Μας βολεύει η κλίμακα μεγέθους αμαρτίας, διότι μπορούμε να βάλουμε πάντοτε τον εαυτό μας στους λιγότερο αμαρτωλούς, στα χαμηλά νούμερα.

Πασχίζω στη δουλειά μου να μεταδώσω τη σημασία της ανάληψης προσωπικής ευθύνης, όχι αυτομαστιγώματος, ούτε προσωπικής παρανοϊκής καταδίωξης, διότι και αυτή η πλευρά του νομίσματος διατρέχει τον κίνδυνο να καταντήσει πληθωρικά εγωκεντρική. Αναφέρομαι στην ιδιωτική, αρχικά τουλάχιστον, αναγνώριση της συμμετοχής μας σε «εγκλήματα» των οποίων τις συνέπειες πληρώνουμε. Και δεν είναι ότι με την αναγνώριση ή συνειδητοποίηση αυτής της συνέργιας θα πάψουμε να πέφτουμε σε σφάλματα και θα πάψουμε να αστοχούμε, αλλά ίσως θα πάψουμε τη σχάση, την πόλωση, την αντιπαλότητα, την οργή, το ασυγχώρητο, το μίσος. Ίσως αυξήσουμε τις πιθανότητες για υγιέστερη επίλυση των δυσκολιών μας ή ίσως απλά και μόνο να κατακτήσουμε μια μεγαλύτερη ηρεμία μες την τρικυμία των δύσκολων χρόνων που έχουμε μπροστά μας. Ίσως ευαισθητοποιηθούμε στην αλληλοστήριξη και βοήθεια και έτσι προάγουμε τις αρετές που βρίσκονται και αυτές εν γένει μέσα μας.

Πολλά γράφονται για τα ψυχολογικά συμπτώματα της οικονομικής κρίσης, για την κατάθλιψη, το άγχος, τη διατάραξη των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων, την απομόνωση, την αύξηση των συνταγογραφήσεων ψυχοφαρμάκων. Σαφώς λιγότερα γράφονται για τις ψυχικές στρεβλώσεις που σαν ορθές βεβαιότητες, επικροτούμενες από μαρκετίστικες τακτικές και θρεμμένες από ολόκληρες φυτίες ατομιστικής κουλτούρας, υποστηριζόμενης από τα ΜΜΕ, σχολές σκέψης – ακόμη και ψυχολογικής – διαβάλλουν την ψυχοκοινωνική μας συμπεριφορά και την πολιτική μας στάση. Βομβαρδιζόμαστε από συνανθρώπους μας που εξυπηρετούν συμφέροντα διαφόρων αγορών για την πληθώρα όπλων με τα οποία εξοπλιζόμενοι μπορούμε να «ελέγχουμε» τη ζωή μας και να αυξάνουμε τη δύναμή μας μέσα από επενδύσεις, ασφάλειες, τραπεζικά προϊόντα, σπίτια, αυτοκίνητα, πτυχία, στάσεις κοινωνικής αυτοκαταξίωσης και κυρίως επιβολής στον συνάνθρωπο. Όλα αφορούν στην άμεση ανακούφιση από τα ψυχολογικά συμπτώματα της οικονομικής κρίσης και λίγα από αυτά είναι εφαρμόσιμα ούτως ή άλλως από πληθυσμούς που ζουν κάτω απ’το όριο της φτώχειας.

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Υπάρχει μόνο η ανακούφιση που προκύπτει από τη συνειδητότητα της σκληρής ανθρώπινης φύσης μας, της αδίστακτης φύσης μας, της εγωκεντρικής φύσης μας. Η ανακούφιση που έρχεται ν’αγκαλιάσει τις ψυχές μας όταν βλέπουμε τον εαυτό μας στον διπλανό μας, στον οικείο μας ή στον ξένο που έχουμε χρησιμοποιήσει ως καλάθι απορριμάτων για όσα δεν αντέχουμε στους εαυτούς μας. Η ανακούφιση έρχεται γιατί με τη συνειδητότητα του σφάλματος έρχεται η ελπίδα, η ελπίδα της αλλαγής του εαυτού, του επαναπροσδιορισμού του στόχου, ο οποίος στόχος δεν πρέπει να είναι ατομικά οφελιμιστικός αλλά συλλογικά στραμμένος, ν’αγκαλιάζει τη δυσκολία, τη διαφορά, τον πόνο, το λάθος και να προσκαλεί την αγάπη, την εμπιστοσύνη, τη συνεργασία για το αγαθό. Επίσης ο στόχος αυτός δεν προσβλέπει απαραίτητα στην δική μας ανακούφιση, αλλά στου διπλανού μας της επόμενης γενιάς. Η φροντίδα του διπλανού της επόμενης γενιάς είναι αυτή που τελικά φέρνει ανακούφιση όχι στην τσέπη, αλλά στην ψυχή.

Χαίρομαι πολύ όταν έρχονται γονείς για ψυχοθεραπεία με σκοπό να προλάβουν τα λάθη τους ώστε να μην επαναληφθούν στα παιδιά τους. Χαίρομαι με τους ανθρώπους που δεν ζητούν το είδος της ψυχολογικής θεραπείας που υπόσχεται να τους εξαφανίσει τα συμπτώματα σε μερικές εβδομάδες, αλλά που ζητούν να μάθουν να σχετίζονται με έναν νέο τρόπο, ο οποίος θα ποτίσει και τις εγγύς τους διψασμένες ψυχές. Συγκινούμαι με τους ασθενείς μου που επιμένουν ξανά κι αφού σκοντάψουν και πέσουν  και μαθαίνουν ότι η συγχώρεση ξεκινάει από τον εαυτό μας και προϋπόθεση αυτής της συγχώρεσης είναι να αισθανθεί κανείς ότι για κάτι έχει να συγχωρηθεί. Ευγνομονώ τους ασθενείς μου που με τον αγώνα τους αυτόν δίνουν νόημα στη δική μου δουλειά και με γεμίζουν με ενέργεια για να συνεχίσω να κάνω το ίδιο ακόμα και με όσους έχουν ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουν.

Η οικονομική κρίση, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι λόγος για απελπισία, κατάθλιψη, απομόνωση, γκρίνια, απαισιοδοξία – και σίγουρα μπορεί να προκαλέσει όλα αυτά τα συμπτώματα – θα μπορούσε όμως και να είναι ευκαιρία προσωπικής αυτοεξέτασης, αναπλαισίωσης και μιας τέτοιας διαδρομής που να φέρει αλλαγές στον κόσμο. Αυτές τις αλλαγές όμως πρέπει κανείς να τις οραματίζεται, να τις επιζητά και να κοπιάζει γι’αυτές, όχι με συμφέρον στενά και αποκλειστικά προσωπικό, αλλά συλλογικότερο.